Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sarma
01
σάρμα, γεμιστά αμπελόφυλλα
a stuffed leafy vegetable dish with meat and rice, typically cooked in a tomato-based sauce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sarmas



























