Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raclette
01
ρακλέτ
a Swiss dish where cheese is melted and scraped onto accompaniments such as potatoes, pickles, and onions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raclettes
LanGeek



























