Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shanklish
01
shanklish, τυρί shanklish
a Middle Eastern cheese made from cow's or sheep's milk that is typically aged and seasoned with spices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shanklishes
LanGeek



























