Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aerophobia
01
αεροφοβία, φόβος της πτήσης
the fear of flying, either in helicopters and airplanes or any other means of flight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her aerophobia kept her from traveling to distant countries.
Η αεροφοβία της την εμπόδιζε να ταξιδεύει σε μακρινές χώρες.



























