subject pronoun
sub
ˈsʌb
sab
ject
ʤɪkt
jikt
pro
prəʊ
prew
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "subject pronoun"στα αγγλικά

Subject pronoun
01

αντωνυμία υποκειμένου, προσωπική αντωνυμία υποκειμένου

a type of pronoun that replaces a noun as the subject of a sentence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subject pronouns
Παραδείγματα
A subject pronoun like "I" or "he" replaces the subject noun in a sentence. 

Μια αντωνυμία υποκειμένου όπως «εγώ» ή «αυτός» αντικαθιστά το ουσιαστικό υποκειμένου σε μια πρόταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store