udon
u
ˈu:
ου
don
dɒn
ντον

Ορισμός και σημασία του "udon"στα αγγλικά

01

ούτον, νούντλς ούτον

a type of thick Japanese wheat noodle, often served in a mild soy-based broth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
udon

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store