Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boredom
01
πλήξη, βαρεμάρα
the feeling of being uninterested or restless because things are dull or repetitive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After sitting in the waiting room for hours, he couldn’t shake the feeling of boredom.
Αφού κάθισε στην αίθουσα αναμονής για ώρες, δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί το αίσθημα της βαρεμάρας.
Λεξικό Δέντρο
boredom
bore



























