Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bored
01
βαρεμένος, απογοητευμένος
tired and unhappy because there is nothing to do or because we are no longer interested in something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bored
συγκριτικός βαθμός
more bored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher 's monotonous voice made the students feel bored.
Η μονότονη φωνή του δασκάλου έκανε τους μαθητές να νιώθουν βαρεμένοι.
-bored
01
κοχλιοειδής, καλιβρωμένος
(of a gun) having a bore of a specified size or type
Παραδείγματα
The museum displayed a fine-bored musket from the 18th century.
Το μουσείο παρουσίασε ένα λεπτό διατετρημένο μουσκέτο του 18ου αιώνα.
Λεξικό Δέντρο
bored
bore



























