Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonahedron
01
εννεάεδρο, εννεαεδρικό σχήμα
a shape with nine flat sides that connect along their edges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonahedra
Παραδείγματα
The student constructed a nonahedron model for her math project.
Ο μαθητής κατασκεύασε ένα μοντέλο εννεάεδρου για το μαθηματικό του έργο.



























