Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pentagonal prism
01
πενταγωνικό πρίσμα, πρίσμα με πενταγωνική βάση
a type of uniform prism that has pentagonal bases and rectangular faces that connect the bases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pentagonal prisms
LanGeek



























