Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cracker nut
01
καρύδι cracker, φιστίκι αράπικο επικαλυμμένο με ζύμη και τηγανισμένο
a popular Filipino snack made from peanuts that are coated in a wheat flour dough and then deep-fried until crispy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cracker nuts



























