to border on
bor
ˈbɔ:
baw
der
dər
dēr
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "border on"στα αγγλικά

to border on
01

συνορεύω με, πλησιάζω

to come close to or almost reach a particular level, quality, or state 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
border
ενεστώτας
border on
γ΄ ενικό πρόσωπο
borders on
ενεστώτα μετοχή
bordering on
απλός αόριστος
bordered on
παθητική μετοχή
bordered on
Παραδείγματα
His behavior borders on arrogance when he's in a bad mood. 

Η συμπεριφορά του πλησιάζει την αλαζονεία όταν είναι σε κακή διάθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store