Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to border on
01
συνορεύω με, πλησιάζω
to come close to or almost reach a particular level, quality, or state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
border
ενεστώτας
border on
γ΄ ενικό πρόσωπο
borders on
ενεστώτα μετοχή
bordering on
απλός αόριστος
bordered on
παθητική μετοχή
bordered on
Παραδείγματα
Her confidence borders on arrogance at times.
Η αυτοπεποίθησή της πλησιάζει μερικές φορές στην αλαζονεία.



























