bordello
bor
bɔ:
baw
de
ˈdɛ
de
llo
ləʊ
lew
othellopocatellopirandelloJell-O

Ορισμός και σημασία του "bordello"στα αγγλικά

01

πορνείο, οίκος ανοχής

a house where sexual services are provided 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bordellos
Παραδείγματα
The bordello was known for its elegant decor and high-class clientele. 

Το μπορντέλο ήταν γνωστό για την κομψή διακόσμηση και την υψηλής κοινωνικής θέσης πελατεία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store