Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Harvest salad
01
σαλάτα συγκομιδής, φθινοπωρινή σαλάτα
a salad made with seasonal ingredients such as roasted vegetables, fruits, nuts, and grains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
harvest salads
LanGeek



























