Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Panzanella
01
παντσανέλα, σαλάτα παντσανέλα
an Italian salad made with stale bread, tomatoes, onions, and other vegetables, dressed with olive oil and vinegar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panzanellas



























