Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Papacy
01
παπικό αξίωμα, κυβέρνηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
the government of Roman Catholic Church
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
παπικό αξίωμα, αγία έδρα
the office, position, authority of the Pope
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
papacy
pap



























