Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Atama soup
01
σούπα ατάμα, παραδοσιακή νιγηριανή σούπα με λαχανικά
a traditional Nigerian soup made with vegetables, palm nut extract, and typically other ingredients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
atama soups
LanGeek



























