shiruko
shi
ʃɪ
σι
ru
ˈru:
ρου
ko
kəʊ
κεου

Ορισμός και σημασία του "shiruko"στα αγγλικά

01

shiruko, γλυκιά σούπα ιαπωνική από γλυκό κόκκινο πάστα φασολιών (anko)

a Japanese sweet soup made from sweet red bean paste (anko) and typically served hot or warm 
shiruko definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shiruko

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store