compound chocolate
com
ˈkɒm
kom
pound
paʊnd
pawnd
choco
ʧɒk
chok
late
lət
lēt

Ορισμός και σημασία του "compound chocolate"στα αγγλικά

Compound chocolate
01

σύνθετη σοκολάτα, υποκατάστατο σοκολάτας

a type of chocolate substitute made from a combination of cocoa powder, vegetable fats or oils, and sweeteners 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compound chocolates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store