Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
phthalo green
01
φθαλό πράσινο, φθαλικό πράσινο
of a bright, highly saturated green pigment often used in painting and other visual arts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The modern kitchen featured accent walls painted in a bold Phthalo green shade.
Η μοντέρνα κουζίνα είχε τοίχους ακцένт βαμμένους σε μια τολμηρή απόχρωση φθαλο-πράσινου.



























