timberwolf
tim
ˈtɪm
tim
ber
wolf
wʊlf
voolf

Ορισμός και σημασία του "timberwolf"στα αγγλικά

timberwolf
01

δροσερό και σβησμένο γκρι-καφέ, γκρι λύκου

of a cool and muted grayish-brown color that resembles the natural hue of timber or the fur of a gray wolf 
timberwolf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most timberwolf
συγκριτικός βαθμός
more timberwolf
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her scarf had a stylish timberwolf hue, perfect for the winter weather. 

Το κασκόλ της είχε μια κομψή απόχρωση γκρι λύκου, ιδανική για τον χειμερινό καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store