Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memory card
01
κάρτα μνήμης, memory card
a small electronic storage device used to store digital data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
memory cards
Παραδείγματα
I transferred the photos to my computer from the memory card.
Μετέφερα τις φωτογραφίες από την κάρτα μνήμης στον υπολογιστή μου.



























