Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frayed cord
01
φθαρμένο καλώδιο, γυμνό καλώδιο
* a wire whose ends have been severed or exposed through its insulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frayed cords
LanGeek



























