Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frayed cord
01
φθαρμένο καλώδιο, γυμνό καλώδιο
*** a wire whose ends have been severed or exposed through its insulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frayed cords



























