boomer
Pronunciation
/ˈbuːmər/

Ορισμός και σημασία του "boomer"στα αγγλικά

01

μπέιμπι μπούμερ, μπούμερ

a member of the baby boom generation in the 1950s
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boomers
02

παρωχημένος, boomer

an older person seen as out of touch with modern trends or technology
slang
Παραδείγματα
She laughed at her dad being such a boomer during the video call.
Γέλασε με τον πατέρα της που ήταν τέτοιος boomer κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store