nose wax
nose
nəʊz
newz
wax
wæks
vāks

Ορισμός και σημασία του "nose wax"στα αγγλικά

01

κερί για τη μύτη, αποτρίχωση με κερί των μυξωτήρων

a specialized waxing treatment for removing unwanted hair from inside the nostrils, providing a temporary solution for nasal hair removal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nose waxes
Παραδείγματα
The salon offers a quick and painless nose wax for clients looking to tidy up their appearance. 

Το σαλόνι προσφέρει μια γρήγορη και ανώδυνη αφαίρεση τριχών από τη μύτη με κερί για πελάτες που επιθυμούν να βελτιώσουν την εμφάνισή τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store