nosebleed
nose
nəʊz
newz
bleed
blid
blid
nose bleed

Ορισμός και σημασία του "nosebleed"στα αγγλικά

01

αιμορραγία από τη μύτη, επιστάξις

the act or instance of blood flowing from the nose 
nosebleed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nosebleeds
Παραδείγματα
He had a nosebleed after blowing his nose too hard. 

Είχε αιμορραγία από τη μύτη αφού φύσηξε τη μύτη του πολύ δυνατά.

Λεξικό Δέντρο

nosebleed

nose

+

bleed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store