Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aromatherapist
01
αρωματοθεραπευτής, ειδικός αρωματοθεραπείας
a trained professional who utilizes essential oils and their therapeutic properties to promote physical and emotional well-being in clients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aromatherapists



























