aroma
a
ə
ē
ro
ˈrəʊ
rew
ma
stomamyomagliomalipoma

Ορισμός και σημασία του "aroma"στα αγγλικά

01

άρωμα, μυρωδιά

any property detected by the olfactory system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aromas
02

άρωμα, μυρωδιά

a pleasant and noticeable smell that adds to the experience of something 
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked bread filled the kitchen. 

Η άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού γέμισε την κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store