nail clippers
nail
neɪlklɪpəz
neilklipēz
clippers
clipper
nail trimmer
nail cutter
nail clipper

Ορισμός και σημασία του "nail clippers"στα αγγλικά

01

ψαλίδι νυχιών, κόπτης νυχιών

the object that people use to cut and shorten their nails 
nail clippers definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nail clippers
Παραδείγματα
She used a nail clipper to trim her fingernails to a neat, uniform length. 

Χρησιμοποίησε ένα νυχοκόπτη για να κόψει τα νύχια της σε ένα τακτοποιημένο, ομοιόμορφο μήκος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store