Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eyelash curler
01
στριφτήρι βλεφαρίδων, μπουκαδόρο βλεφαρίδων
a beauty tool for curling and lifting eyelashes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyelash curlers



























