lived-in
Pronunciation
/lɪvd-ɪn/

Ορισμός και σημασία του "lived-in"στα αγγλικά

01

με τα σημάδια της ηλικίας και του χαρακτήρα, που έχει χρησιμοποιηθεί και απολαυστεί με το πέρασμα του χρόνου

(of a person's face) displaying signs of age and character that make it unique and interesting, having been used and enjoyed over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lived-in
συγκριτικός βαθμός
more lived-in
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store