Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bookish
01
βιβλιοφιλικός, μαθημένος
describing a person who loves to read and has an academic or studious interest in books
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bookish
συγκριτικός βαθμός
more bookish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bookish professor spent most of his time researching and writing rather than engaging in social activities.
Ο βιβλιοφάγος καθηγητής περνούσε τον περισσότερο χρόνο του ερευνώντας και γράφοντας παρά να συμμετέχει σε κοινωνικές δραστηριότητες.
Λεξικό Δέντρο
bookishness
bookish
book



























