Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catsuit
01
κοστούμι γάτας, ενιαίο εφαρμοστό ρούχο
a one-piece, form-fitting garment that covers the torso, legs, and sometimes arms, often made of stretchy material such as spandex or latex
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
catsuits
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
catsuit
cat
suit



























