Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disinfectant wipe
01
απολυμαντική πετσέτα, απολυμαντικό πανί
a wet cloth that cleans and kills germs on things like tables and countertops.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disinfectant wipes
LanGeek



























