Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leather jacket
01
δερμάτινο σακάκι, δερμάτινο μπουφάν
a short coat that is often made of the skin of an animal and is worn on top of another clothing item
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leather jackets
Παραδείγματα
She cleaned her leather jacket with a special conditioner.
Καθάρισε το δερμάτινο σακάκι της με ένα ειδικό κοντισιονέρ.



























