actionable
ac
ˈæk
āk
tio
ʃə
shē
na
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "actionable"στα αγγλικά

actionable
01

καταγγέλλιμος, δίκαιος

having enough reason to take someone to court over a legal matter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, justice
Παραδείγματα
The defamatory statement made against the celebrity was deemed actionable, leading to a lawsuit. 

Η δυσφημιστική δήλωση που έγινε εναντίον της διασημότητας κρίθηκε ενάγων, οδηγώντας σε μήνυση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

actionable
action
act
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store