actionable
ac
ˈæk
αικ
tio
ʃə
σα
na
να
ble
bəl
μπαλ
British pronunciation
/ˈækʃənəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "actionable"στα αγγλικά

actionable
01

καταγγέλλιμος, δίκαιος

having enough reason to take someone to court over a legal matter
example
Παραδείγματα
Harassment by a landlord toward tenants can be actionable under landlord-tenant laws.
Ο παρενόχληση από έναν ιδιοκτήτη προς τους ενοικιαστές μπορεί να είναι αξιόποινη σύμφωνα με τους νόμους ιδιοκτήτη-ενοικιαστή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store