Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actionable
01
καταγγέλλιμος, δίκαιος
having enough reason to take someone to court over a legal matter
Παραδείγματα
Harassment by a landlord toward tenants can be actionable under landlord-tenant laws.
Ο παρενόχληση από έναν ιδιοκτήτη προς τους ενοικιαστές μπορεί να είναι αξιόποινη σύμφωνα με τους νόμους ιδιοκτήτη-ενοικιαστή.
Λεξικό Δέντρο
actionable
action
act



























