Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boo
01
Μπου, Ου
used to vocalize disapproval, dissatisfaction, or disdain, particularly in response to something disliked or unwelcome
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The singer forgot the lyrics. Boo!
Ο τραγουδιστής ξέχασε τους στίχους. Μπου!
to boo
01
σφυρίζω, γιουχάρω
show displeasure, as after a performance or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boo
γ΄ ενικό πρόσωπο
boos
ενεστώτα μετοχή
booing
απλός αόριστος
booed
παθητική μετοχή
booed
Boo
01
σφύριγμα, σιτίρισμα
a cry or noise made to express displeasure or contempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boos
02
αγάπη μου, γλυκιά μου
a close friend, romantic partner, or significant other
αργκό
Παραδείγματα
She's been my boo for three years.
Είναι το ταιρί μου για τρία χρόνια.



























