bonus
bo
ˈbəʊ
μπεου
nus
nəs
νασ
bolusbogusbones

Ορισμός και σημασία του "bonus"στα αγγλικά

01

μπόνους, επιδότηση

the extra money that we get, besides our salary, as a reward 
bonus definition and meaning
Παραδείγματα
Our bonus is calculated based on our performance ratings. 

Το μπόνους μας υπολογίζεται με βάση τις αξιολογήσεις απόδοσής μας.

02

μπόνους, πλεονέκτημα

anything that tends to arouse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bonuses
03

μπόνους, επίδομα

something good that is more than what was originally expected or needed 
Παραδείγματα
As a bonus for finishing early, they gave him extra free time. 

Ως μπόνους για την πρόωρη ολοκλήρωση, του έδωσαν επιπλέον ελεύθερο χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store