bonny
bo
ˈbɒ
bo
nny
ni
ni
bennybunnyboney

Ορισμός και σημασία του "bonny"στα αγγλικά

01

όμορφος, γλυκούλης

very attractive or pretty 
Dialectbritish flagBritish
bonny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bonniest
συγκριτικός βαθμός
bonnier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, beauty, evaluation
Παραδείγματα
She's a bonny lass with bright blue eyes. 

Είναι μια όμορφη κοπέλα με φωτεινά μπλε μάτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bonnily
bonny
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store