bonkers
Pronunciation
/ˈbɑŋkɝz/

Ορισμός και σημασία του "bonkers"στα αγγλικά

01

τρελός, τρελαμένος

crazy, eccentric, or acting in a way that seems mentally unsound
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bonkers
συγκριτικός βαθμός
more bonkers
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
My friends think I'm bonkers for camping in the desert alone.
Οι φίλοι μου πιστεύουν ότι είμαι τρελός που κατασκηνώνω μόνος στην έρημο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store