Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Simp
01
ένας γλείφτης, ένας κολακευτής
a man excessively submissive, deferential, or eager to please women, often to his own detriment
Dialect
American
disapproving
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simps
Παραδείγματα
She laughed at the simp who agreed with everything she said.
Γέλασε με τον simp που συμφωνούσε με όλα όσα έλεγε.
02
ένας ανόητος, ένας βλάκας
a person who acts in a silly or foolish manner
Dialect
American
disapproving
informal
to simp
01
είμαι υπερβολικά υπάκουος, δείχνω υπερβολική αφοσίωση
to show excessive devotion or attention to someone, often in a way that seems desperate or one-sided
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simp
γ΄ ενικό πρόσωπο
simps
ενεστώτα μετοχή
simping
απλός αόριστος
simped
παθητική μετοχή
simped
Παραδείγματα
I used to simp for him, but now I've moved on.
Παλιά simpάριζα γι' αυτόν, αλλά τώρα προχώρησα.



























