Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Simp
01
ένας γλείφτης, ένας κολακευτής
a man excessively submissive, deferential, or eager to please women, often to his own detriment
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simps
Παραδείγματα
That simp bought her gifts every day and got nothing back.
Αυτός ο simp της αγόραζε δώρα κάθε μέρα και δεν πήρε τίποτα πίσω.
02
ένας ανόητος, ένας βλάκας
a person who acts in a silly or foolish manner
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
to simp
01
είμαι υπερβολικά υπάκουος, δείχνω υπερβολική αφοσίωση
to show excessive devotion or attention to someone, often in a way that seems desperate or one-sided
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simp
γ΄ ενικό πρόσωπο
simps
ενεστώτα μετοχή
simping
απλός αόριστος
simped
παθητική μετοχή
simped
Παραδείγματα
He's been simping for her all week, commenting on every single post.



























