Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gate-crasher
01
απρόσκλητος επισκέπτης, εισβολέας
***a person who goes to a party without being invited to it
Παραδείγματα
There were at least forty people at the party, some of them gatecrashers.
Υπήρχαν τουλάχιστον σαράντα άτομα στο πάρτι, μερικά από αυτά απρόσκλητα.



























