Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spare one's blushes
01
γλιτώνω την αμηχανία, να μην εκθέσω
to avoid doing or saying something that would embarrass someone
Dialect
British
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I won't mention the mistake in front of everyone; I'll spare his blushes.
Δεν θα αναφέρω το λάθος μπροστά σε όλους για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση.



























