Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Darkest hour
01
η πιο σκοτεινή ώρα, η πιο μαύρη στιγμή
***the moment or period in which things are at their worst, lowest, or most discouraging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
darkest hours
Παραδείγματα
The attack was the country 's darkest hour, but it also served as a galvanizing force that unified the entire population like never before.
Η επίθεση ήταν η πιο σκοτεινή ώρα της χώρας, αλλά χρησίμευσε επίσης ως μια καθοριστική δύναμη που ένωσε ολόκληρο τον πληθυσμό όπως ποτέ πριν.



























