going rate
going
gəʊɪng
gewing
rate
reɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "going rate"στα αγγλικά

01

η τρέχουσα τιμή, η συνηθισμένη τιμή

the price that is presently usual for a product or service 
going rate definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
going rates
Παραδείγματα
What is the going rate for a private English tutor? 

Ποια είναι η τρέχουσα τιμή για ιδιαίτερο μάθημα αγγλικών;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store