Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Actinomycosis
01
ακτινομύκητας
a rare bacterial infection that can occur in humans and animals, caused by Actinomyces bacteria, usually affecting the face and neck areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The dentist identified a case of actinomycosis when examining the patient's oral health.
Ο οδοντίατρος εντοπίσει μια περίπτωση ακτινομύκητα κατά τη διάρκεια της εξέτασης της στοματικής υγείας του ασθενούς.



























