one-stop
one
'wʌn
van
stop
stɒp
stop

Ορισμός και σημασία του "one-stop"στα αγγλικά

01

όλα σε ένα, ολοκληρωμένο

* providing or offering a comprehensive range of goods or services at one location 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most one-stop
συγκριτικός βαθμός
more one-stop
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
service, convenience, business
Παραδείγματα
one-stop shopping 

ψώνια όλα-σε-ένα

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store